Ελλάδα

«Τσιμέντο να γίνει» η ελληνική ακτογραμμή: Έρευνα αποκαλύπτει ότι ήδη έχει «τσιμεντοποιηθεί» το 30% στην Αττική (Χάρτες)

Έρευνα μέσω δορυφορικών εικόνων και δεδομένων ετών, αποκαλύπτει το τεράστιο μέγεθος της τσιμεντοποίησης στο παράκτιο μέτωπο της Ελλάδας.
Χάρτης όπου αποτυπώνονται οι αδιαπέρατες επιφάνειες στην ελληνική ακτογραμμή. Με κόκκινο οι περιοχές που δέχονται την μεγαλύτερη πίεση.

Ασταμάτητη βαίνει η τσιμεντοποίηση μεγάλου μέρους του παράκτιου μετώπου της χώρας. Όπως προκύπτει από -προσφάτως δημοσιευμένη- έρευνα, η πίεση που δέχεται η ακτογραμμή στην Αττική, προσεγγίζει το 30%.

Το φαινόμενο όμως είναι ευρύτερο, καθώς δεν αφορά μόνο αστικές και τουριστικές περιοχές, αλλά μεγάλο κομμάτι της χώρας. Άλλωστε, όπως έδειξαν και οι πρόσφατες πλημμύρες που έπληξαν κυρίως τις Κυκλάδες και μέρος της Κρήτης, αυτή η ασταμάτητη ανάπτυξη, οδηγεί πολλές περιοχές, αντιμέτωπες με αυξανόμενους κινδύνους φυσικών καταστροφών εξαιτίας και των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής.

«Η τρωτότητα της παράκτιας ανάπτυξης»

Σύμφωνα με όσα ανέφερε στο iEidiseis.gr ο Απόστολος Λαγαρίας, επίκουρος καθηγητής στο τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης του πανεπιστημίου Θεσσαλίας, η συγκεκριμένη, προσωπική του έρευνα, βασίστηκε σε δορυφορικές εικόνες από την υπηρεσία Copernicus και δεδομένα από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος. Αυτά τα δεδομένα, όπως εξήγησε, «καλύπτουν οτιδήποτε αφορά τη σφράγιση του εδάφους την περίοδο 2006-2018».

Όπως σχολίασε, «ουσιαστικά πρόκειται για την περίοδο της κρίσης στην Ελλάδα. Από στατιστικά στοιχεία των πολεοδομιών, γνωρίζαμε ότι είχαμε μια κάμψη της οικοδομικής δραστηριότητας αυτά τα χρόνια». Όπως προέκυψε όμως, αυτή δεν ήταν η πραγματικότητα, για πάρα πολλές περιοχές στο παράκτιο μέτωπο της χώρας.

30% αδιαπερατών επιφανειών στην Αττική

Η επίμαχη έρευνα, επικεντρώθηκε σε περιοχές μέχρι 2 χιλιόμετρα από την ακτογραμμή. Όπως εξήγησε ο κ. Λαγαριάς, ο δείκτης που χρησιμοποιήθηκε, «αφορά το ποσοστό του εδάφους που έχει σφραγιστεί σε αυτή τη λεπτή λωρίδα γης από κάθε αδιαπέραστη επιφάνεια, όπως κτίρια, πάρκινγκ, στέγαστρα, μεγάλες κατασκευές και υποδομές ξενοδοχείων, αλλά και αυτοκινητοδρόμους».

Στη συγκεκριμένη έρευνα, πραγματοποιείται σύμφωνα με τον κ. Λαγαρία μια ταξινόμηση των περιοχών: «στην Αττική για παράδειγμα, τα ποσοστά αδιαπερατών επιφανειών, μπορεί να αγγίζουν το 30%, που είναι τεράστιο νούμερο. Και σε περιοχές όμως όπου το ποσοστό κυμαίνεται στο 10%, αλλοιώνεται ιδιαίτερα το φυσικό τοπίο και δημιουργείται επικινδυνότητα εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής. Άλλες περιοχές όπου το ποσοστό κυμαίνεται κάτω από 5% είναι ουσιαστικά παρθένες».

Χάρτης όπου αποτυπώνονται οι αδιαπέρατες επιφάνειες στην ελληνική ακτογραμμή. Με κόκκινο οι περιοχές που δέχονται την μεγαλύτερη πίεση.

Οι «κόκκινες» περιοχές

Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, τα υψηλότερα ποσοστά αδιαπερατών επιφανειών (άνω του 20%) στην παράκτια ζώνη, βάσει της έρευνας, «εντοπίζονται στο σύνολο σχεδόν του παράκτιου μετώπου της Αττικής, με επέκταση αυτού του άξονα προς την Κορινθία, αλλά και μια σαφή επίδραση στα παράλια του νομού Βοιωτίας και νομού Εύβοιας, έως την περιοχή της Χαλκίδας».

Παρόμοια ποσοστά καταγράφονται και στη Θεσσαλονίκη, «με επέκταση του άξονα προς τη Χαλκιδική, αλλά και την Πιερία. Σημειακά υψηλές τιμές όπως είναι αναμενόμενο εντοπίζονται στις περιοχές των παράκτιων αστικών κέντρων της ηπειρωτικής χώρας (Πάτρα, Βόλος, Αλεξανδρούπολη, Καλαμάτα, Ναύπλιο, Πρέβεζα, Ηγουμενίτσα, Ναύπακτος, Αίγιο), μεγάλων νησιωτικών πόλεων (Χίος, Μυτιλήνη, Ηράκλειο, Ρέθυμνο, Χανιά, Ερμούπολη), αλλά και σε ζώνες έντονου μαζικού τουρισμού (Χερσόνησος Κρήτης, Καλλικράτεια Χαλκιδικής, Σταυρός-Ασπροβάλτα Χαλκιδικής, Κιάτο Κορινθίας)».

Και μπορεί στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη να υπήρξε «μια στασιμότητα στην κατασκευή νέων υποδομών τα χρόνια της κρίσης, ξέρουμε όμως ότι σήμερα, ειδικά στην Αττική, έχουμε πλέον ξανά πολύ μεγάλες επενδύσεις στον παράκτιο χώρο».

Ακόμη όμως και σε εξωαστικές περιοχές, σύμφωνα με την έκθεση, υψηλά επίπεδα αδιαπερατότητας (10%-20%), εντοπίζονται «στο μεγαλύτερο μέρος της βόρειας Κρήτης και στην περιοχή της Ιεράπετρας, στην Κασσάνδρα Χαλκιδικής, στη Μύκονο, στην Πάρο, στη Θήρα, στο βόρειο τμήμα της Ρόδου, στην κεντρική και βόρεια Κέρκυρα, στο νοτιοανατολικό τμήμα της Ζακύνθου, στη βόρεια Λευκάδα, αλλά και στους Παξούς».

Επέκταση και σε νέες περιοχές

Ταυτόχρονα όμως, η αστική διάχυση επεκτείνεται και σε νέες περιοχές, «που δεν παρουσιάζουν σημαντικά ποσοστά αστικών και τουριστικών υποδομών σε προηγούμενες περιόδους. Τέτοιες περιοχές είναι η Λήμνος, η Ίος, η νότια Ρόδος και η νότια Κως, το σύνολο σχεδόν των περιοχών του νομού Λασιθίου, η περιοχής της Κύμης στην Εύβοια και περιοχές στη νότια Πελοπόννησο (Γύθειο, Μάνη, Πύλος)».

Ως αποτέλεσμα, στην έκθεση αναγράφεται ότι στην Ελλάδα, κατά την περίοδο 2006-2018, «καταγράφεται αύξηση της γης που επηρεάζεται από αδιαπέρατες επιφάνειες κατά 8,5%». Μια αύξηση που δεν προκλήθηκε μόνο εξαιτίας της δημιουργίας οδικών αξόνων και οικιστικών επεκτάσεων οικισμών, αλλά και από «διάχυτη τουριστική ανάπτυξη εντός περιοχών του δικτύου Natura 2000».

Άλλωστε, σύμφωνα με τον κ. Λαγαρία, αυτή η τσιμεντοποίηση στον παράκτιο χώρο, «όχι μόνο δεν σταματάει, αλλά έχει τη λογική να καταλάβει ακόμη περισσότερες περιοχές της Ελλάδας, με αποτέλεσμα μετά να έχουμε να διαχειριστούμε ακόμη μεγαλύτερη επικινδυνότητα».

Καταστροφές μεγάλης κλίμακας

Η παράκτια ζώνη της Ελλάδα έχει μήκος άνω των 15 χιλιάδων χιλιομέτρων, εκ των οποίων, βάσει όσων αναγράφονται στην έκθεση, το 40% περιλαμβάνει χαρακτηρισμένους και προστατευμένους οικοτόπους.

Όπως σημειώνεται στην έκθεση, «η τρωτότητα της ελληνικής παράκτιας ανάπτυξης σε καταστροφικά φαινόμενα και κυρίως πλημμύρες και δασικές πυρκαγιές αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά», εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής. Άλλωστε, σύμφωνα με την έκθεση, ήδη έχουν καταγραφεί καταστροφές μεγάλης κλίμακας σε Μάτι, Ρόδο, Ιόνιο και Πελοπόννησο από τον «Ιανό» και Θεσσαλία από τον «Daniel».

Διάβρωση των ακτών

Ένα φαινόμενο που επηρεάζει εδώ και δεκαετίες την ελληνική παράκτια ζώνη, είναι σύμφωνα με την έκθεση, η διάβρωση των ακτών, «την οποία αναμένεται να επιταχύνει η άνοδος της στάθμης της θάλασσας». Μάλιστα, «ακόμη και με μία άνοδο της στάθμης της θάλασσας της τάξης των 50 εκατοστών» τις επόμενες δεκαετίες, «μεγάλο μέρος της αμμώδους παραλίας θα χαθεί, επηρεάζοντας τη λειτουργία δημοφιλών τουριστικών και παραθεριστικών προορισμών, ενώ ορισμένες παραθεριστικές περιοχές του ελληνικού χώρου βρίσκονται στην άμεση ζώνη κινδύνου».

Βασικές ζώνες επικινδυνότητας

Σύμφωνα με τον κ. Λαγαρία, «τα επόμενα χρόνια, αναμένουμε πιο συχνές και ενδεχομένως πιο έντονες πλημμύρες από χειμάρρους και ποτάμια. Σύμφωνα με τους χάρτες επικινδυνότητας πλημμύρας, οι πιο ευάλωτες ζώνες σε αυτές τις περιπτώσεις, συνήθως είναι οι παράκτιες περιοχές, πολλές εκ των οποίων είναι τουριστικές».

Πράγματι, στην έκθεση αναγράφεται επίσης ότι οι βασικές ζώνες επικινδυνότητας εξαιτίας της ανόδου της θάλασσας, εντοπίζονται «α) στην περιοχή Αξιού-Χαλάστρας-Εχδώρου-Αιγινίου στην κεντρική Μακεδονία, όπως και στην περιοχή της Θέρμης (αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης), β) στην περιοχή Αμβρακικού – Λούρου – Άραχθου, Φαναρίου και Σαγιάδας -Ηγουμενίτσας στην ήπειρο, γ) στην περιοχή Κάτω Ολύμπου στη Θεσσαλία, δ) στην περιοχή της Λαμίας, ε) στην περιοχή Μεσολλογίου και Οινιάδος, στ) σε περιοχές της Ηλείας (Πύργου-Βόλακος), της Αχαΐας (Λεχαινά) της Μεσσηνίας (Καλαμάτα – Μεσσήνη), στην περιοχή Τραϊανούπολης – Φερών. Από τις νησιωτικές περιοχές διαπιστώνονται ζώνες επικινδυνότητας κυρίως στην Κέρκυρα, στο βόρειο τμήμα της Ρόδου και της Κω, και σε λίγες εντοπισμένες χωρικά περιοχές της Κρήτης (Ιεράπετρα, Κίσσαμος)».

Παρόμοιες είναι οι βασικές ζώνες επικινδυνότητας πλημμύρας ποτάμιων συστημάτων, στις οποίες προστίθενται «οι περιοχές Έλους-Σκάλας, Άργους-Νέας Κίου, η περιοχή Τοπείρου στην ανατολική Μακεδονία-Θράκη, και η περιοχή Ευρυμένων στη Θεσσαλία. Σημαντική επικινδυνότητα σε πλημμύρα με ποσοστό ζώνης κινδύνου εντός του παράκτιου τομέα μεταξύ 30%-50%, εμφανίζουν επιπλέον οι περιοχές Ορμύλιας (Κ. Μακεδονία), Αγίου Γεωργίου (Κ. Μακεδονία), Λιτόχωρου- Αν. Ολύμπου. Αλμυρού (Θεσσαλία), Μαραθώνος και Ωρωπού Αττικής».

Ελάχιστη απόσταση δόμησης από αιγιαλό

Έντονο ζήτημα υπάρχει σύμφωνα με τον κ. Λαγαρία και σε ότι αφορά την ελάχιστη απόσταση δόμησης από τον αιγιαλό, που ορίζεται στα 30 μέτρα για τις κατοικίες και στα 50 μέτρα για τα ξενοδοχεία. Όπως σχολίασε ο ίδιος, «θεωρώ πως αυτό το όριο είναι πολύ μικρό, όμως το διατηρούν οι νέες νομοθεσίες και τα διατάγματα για την εκτός σχεδίου δόμηση. Το πρωτόκολλο της Βαρκελώνης ορίζει την ελάχιστη απόσταση των νέων κατοικιών στα 100 μέτρα από τον αιγιαλό, γεγονός που θα συμβάλλει στην προστασία του τοπίου και των οικοσυστημάτων. Υποτίθεται ότι δεσμευόμαστε από αυτό το πρωτόκολλο, όμως δεν το έχουμε υιοθετήσει έως τώρα».

Άλλωστε, «έντονες πιέσεις δέχονται και πολλές ευάλωτες περιοχές, όπως υδροβιότοποι. Αυτές οι περιοχές χρειάζονται περαιτέρω προστασία και όχι κατακερματισμό».

Λύσεις

Αυτό που θα πρέπει να γίνει πλέον, σύμφωνα με τον κ. Λαγαρία, είναι «εκεί όπου έχει διαμορφωθεί αυτή η κατάσταση εδώ και δεκαετίες, να πάμε ρυθμιστικά, να προστατεύσουμε, να επανασχεδιάσουμε, ώστε αυτές οι περιοχές να είναι περισσότερο λειτουργικές, ασφαλείς, με πολεοδομικό σχέδιο και φιλικά περιβαλλοντικές. Επίσης, να προστατεύσουμε όσες περιοχές δεν βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση».

Παράλληλα, «θα πρέπει να διοχετεύσουμε τη ζήτηση για νέα ανάπτυξη, σε κάποιες περιοχές, κατάλληλα οριοθετημένες, σε απόσταση από την ακτογραμμή. Η Ελλάδα έχει πάρα πολλούς τέτοιους οικισμούς, όμως δεν έχει αξιοποιηθεί αυτό το πλεονέκτημα».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ακολουθήστε το iEidiseis.gr στο Google News
Ακολουθήστε το iEidiseis.gr στο Google News
Chevron Left
Η Κίνα ανακάλυψε τεράστιο κοίτασμα πετρελαίου – Είναι εντός ΑΟΖ και μπορεί να αλλάξει τον ενεργειακό χάρτη
Πώς οι φωτογραφίες σε στιλ Ghibli Studio προκάλεσαν «big bang» στο ChatGPT
Πώς οι φωτογραφίες σε στιλ Ghibli Studio προκάλεσαν «big bang» στο ChatGPT Chevron Right