Η ηλικία των διαθέσιμων κατοικιών αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την τελική επιλογή ακινήτου στο πλαίσιο του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ», καθώς τα παλαιότερα απαιτούν, σχεδόν πάντα, εκτεταμένες ανακαινίσεις με σημαντικό επιπρόσθετο κόστος.
Κατά την εφαρμογή του πρώτου προγράμματος «Σπίτι μου», όπως είχε αναδείξει ρεπορτάζ του iEidiseis.gr, αρκετοί δικαιούχοι είτε δεν κατάφεραν να βρουν το κατάλληλο σπίτι, είτε κατέληξαν σε πολύ παλιά, τα οποία τελικά απαιτούσαν τεράστια κεφάλαια για ανακαίνιση.
Σύμφωνα με όσα επισήμανε στο iEidiseis ο Κωνσταντίνος Λιβέρης, πρόεδρος του Πανελλήνιου Συλλόγου Υπαλλήλων πρώην ΟΑΕΔ-ΟΕΕ-ΟΕΚ (ΠΑΝΣΥΠΟ), «παρότι εγκρίθηκαν περισσότερα από 9 χιλιάδες δάνεια, αρκετοί δικαιούχοι δεν κατάφεραν να βρουν σπίτι».
Βάσει στοιχείων που επικαλείται ο ΠΑΝΣΥΠΟ, ο μέσος όρος ηλικίας των σπιτιών που δανειοδοτήθηκαν, ήταν 40 ετών. «Σε πολλές περιπτώσεις, οι δικαιούχοι βρήκαν παλιά σπίτια, “χρέπια”, σε υποβαθμισμένες περιοχές. Πώς μπορούμε λοιπόν να μιλάμε για αξιοπρεπή διαβίωση, όταν δίνονται σπίτια που θέλουν και επιπλέον χρήματα για ανακαίνιση;», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Λιβέρης.
Σπίτι μου 2: Τα διαθέσιμα ακίνητα και πώς να κάνετε την καλύτερη επιλογή
Δύο περίπου μήνες μετά την έναρξη υλοποίησης του νέου προγράμματος «Σπίτι μου 2», πολλά από τα προβλήματα του πρώτου προγράμματος, φαίνεται πως παραμένουν.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Resolute Cepal Greece (RCG), μια από τις κορυφαίες εταιρείες διαχείρισης ακινήτων στην Ελλάδα, παρουσιάζει μια έκθεση με τις περιοχές όπου το οικιστικό απόθεμα είναι σχετικά νεότερο, με βάση το μέσο έτος κατασκευής των διαθέσιμων ακινήτων. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει τον εντοπισμό ευκαιριών αγοράς κατοικιών που είναι πιο σύγχρονες, λειτουργικές και, πιθανώς, σε καλύτερη κατάσταση συντήρησης.
Τα αποτελέσματα της έρευνας βασίζονται στα διαθέσιμα ακίνητα της βάσης δεδομένων μας, κατά το δεκαήμερο 28/02/2025-18/03/2025, τα οποία πληρούν τα κριτήρια του προγράμματος «Σπίτι μου 2», αντανακλώντας τις τρέχουσες τάσεις στην αγορά. Οι αναλύσεις πραγματοποιήθηκαν βάσει αγγελιών που αντιστοιχούν σε κατοικίες επιφάνειας 30 έως 150 τ.μ., με έτος κατασκευής από το 1960 έως το 2007, για διαμερίσματα και μεζονέτες, και σε περιοχές με τουλάχιστον 100 καταγεγραμμένα διαθέσιμα ακίνητα.
Η έρευνα χωρίζεται σε πέντε μέρη, καλύπτοντας διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές. Το πρώτο μέρος επικεντρώνεται σε ενδεικτικές συνοικίες του Δήμου Αθηναίων, ενώ το δεύτερο αναλύει δημοτικές ενότητες στην Περιφέρεια Αττικής με το νεότερο οικιστικό απόθεμα. Το τρίτο μέρος εξετάζει ενδεικτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης, το τέταρτο εστιάζει σε δήμους εντός της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης με το νεότερο οικιστικό απόθεμα, και τέλος, το πέμπτο μέρος αφοράενδεικτικούς δήμους στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Η ανάλυση βασίζεται στα διαθέσιμα ακίνητα που πληρούν τα κριτήρια του προγράμματος «Σπίτι μου 2», παρέχοντας μια συνολική εικόνα των τιμών, των χαρακτηριστικών των κατοικιών και των τάσεων στην αγορά ακινήτων σε διαφορετικές περιοχές. Πολλά από αυτά μπορείτε να τα δείτε και στην πλατφόρμα της Resolute Cepal Greece (RCG), για το πρόγραμμα «Σπίτι μου 2», στο Reinvest.gr.
Για κάθε περιοχή, παρουσιάζονται τα εξής χαρακτηριστικά:
- Μέση τιμή ανά τ.μ. (€): Αποτελεί τον μέσο όρο των τιμών των διαθέσιμων ακινήτων, δίνοντας μια ενδεικτική εικόνα του κόστους αγοράς στην εκάστοτε περιοχή.
- Μέσο έτος κατασκευής: Δείχνει τη χρονική περίοδο κατασκευής των ακινήτων που είναι διαθέσιμα προς πώληση, παρέχοντας μια εικόνα της ηλικίας του οικιστικού αποθέματος.
- Μέση επιφάνεια (τ.μ.): Αντικατοπτρίζει το μέγεθος των κατοικιών που είναι διαθέσιμες στην αγορά, προσδιορίζοντας τον μέσο αριθμό τετραγωνικών μέτρων ανά ακίνητο.
- Μέσος όροφος: Καταγράφει το μέσο όροφο στον οποίο βρίσκονται τα ακίνητα, δίνοντας μια ένδειξη για την κατανομή των διαθέσιμων κατοικιών εντός πολυκατοικιών.
Στον Δήμο Αθηναίων, παρουσιάζονται ενδεικτικά κάποιες συνοικίες. Τα περισσότερα διαθέσιμα ακίνητα προέρχονται από τη δεκαετία του 1970 με τη μέση επιφάνεια των κατοικιών να κυμαίνεται κυρίως μεταξύ 65 και 75 τ.μ.. Εξαίρεση αποτελεί η Κυψέλη με 84 τ.μ., γεγονός που πιθανώς οφείλεται στη διαθεσιμότητα παλαιότερων, πιο ευρύχωρων διαμερισμάτων. Ο μέσος όροφος παραμένει σταθερά κοντά στον 2ο όροφο.
Στην Ανατολική Αττική οι δημοτικές ενότητες με το νεότερο οικιστικό απόθεμα διαθέτουν μέσο έτος κατασκευής από το 1994 έως το 1998, με τα πιο πρόσφατα ακίνητα να εντοπίζονται στο Κορωπί. Οι τιμές κυμαίνονται μεταξύ 1.680€ και 2.480€ ανά τ.μ., ενώ η μέση επιφάνεια των κατοικιών κυμαίνεται από 78 έως 96 τ.μ.. Οι περισσότερες βρίσκονται στον 1ο ή 2ο όροφο. Οι περιοχές αυτές χαρακτηρίζονται από νεότερα και μεγαλύτερα ακίνητα, σε αντίθεση με τα πυκνοδομημένα κέντρα, καθιστώντας τες ελκυστικές για οικογένειες και όσους αναζητούν περισσότερους χώρους διαβίωσης.
Στον Βόρειο Τομέα Αθηνών, οι δημοτικές ενότητες με το νεότερο οικιστικό απόθεμα διαθέτουν κατοικίες με μέσο έτος κατασκευής από το 1982 έως το 1991, με τα πιο πρόσφατα ακίνητα να εντοπίζονται στα Μελίσσια. Οι τιμές ανά τ.μ. κυμαίνονται μεταξύ 2.165€ και 2.600€, ενώ η μέση επιφάνεια των κατοικιών κυμαίνεται από 78 έως 83 τ.μ.. Οι περισσότερες κατοικίες βρίσκονται στον 1ο ή 2ο όροφο.
Στον Δυτικό Τομέα Αθηνών, οι δημοτικές ενότητες με το νεότερο οικιστικό απόθεμα διαθέτουν κατοικίες με μέσο έτος κατασκευής κυρίως τη δεκαετία του 1980, με τα πιο πρόσφατα ακίνητα να εντοπίζονται στο Καματερό το 1991. Οι τιμές ανά τ.μ. κυμαίνονται μεταξύ 1.750€ και 1.890€, ενώ η μέση επιφάνεια των κατοικιών κυμαίνεται από 81 έως 93 τ.μ.. και κυρίως στον 1ο όροφο. Οι περιοχές αυτές προσφέρουν μεγαλύτερα και νεότερα ακίνητα σε σχέση με το κέντρο της Αθήνας, αποτελώντας ελκυστικές επιλογές για όσους αναζητούν πιο προσιτές τιμές.
Στον Κεντρικό Τομέα Αθηνών, οι δημοτικές ενότητες με το νεότερο οικιστικό απόθεμα διαθέτουν κατοικίες με μέσο έτος κατασκευής από το 1977 έως το 1981, με τα πιο πρόσφατα ακίνητα να εντοπίζονται στο Γαλάτσι. Οι τιμές ανά τ.μ. κυμαίνονται από 1.750€ έως 2.460€, ενώ η μέση επιφάνεια των κατοικιών κυμαίνεται από 68 έως 81 τ.μ.. Οι περισσότερες κατοικίες βρίσκονται στον 1ο ή 2ο όροφο. Παρόλο που το οικιστικό απόθεμα είναι σχετικά παλαιότερο σε σχέση με άλλες περιοχές της Αττικής, οι ενότητες αυτές εξακολουθούν να αποτελούν δημοφιλείς επιλογές λόγω της εγγύτητάς τους στο κέντρο και της σχετικά προσιτής αγοράς ακινήτων.
Στον Νότιο Τομέα Αθηνών, οι δημοτικές ενότητες με το νεότερο οικιστικό απόθεμα διαθέτουν κατοικίες με μέσο έτος κατασκευής από το 1978 έως το 1983, με τις πιο πρόσφατες να εντοπίζονται στη Γλυφάδα. Οι τιμές ανά τ.μ. κυμαίνονται από 2.270€ (έως 2.780€, ενώ η μέση επιφάνεια των κατοικιών κυμαίνεται από 73 έως 80 τ.μ.. Οι περισσότερες κατοικίες βρίσκονται στον 1ο ή 2ο όροφο. Οι περιοχές αυτές συνδυάζουν τη γειτνίαση με τη θάλασσα, τις αναβαθμισμένες υποδομές και τη σχετικά πρόσφατη οικιστική ανάπτυξη, καθιστώντας τες ελκυστικές για αγοραστές που αναζητούν σύγχρονα ακίνητα σε προνομιακές τοποθεσίες.
Στον Πειραιά, οι δημοτικές ενότητες με το νεότερο οικιστικό απόθεμα διαθέτουν κατοικίες με μέσο έτος κατασκευής από το 1982 έως το 1987, με τα πιο πρόσφατα ακίνητα να εντοπίζονται στο Πέραμα. Οι τιμές ανά τ.μ. κυμαίνονται από 1.580€ έως 2.030€, ενώ η μέση επιφάνεια των κατοικιών κυμαίνεται από 77 έως 85 τ.μ.. Οι περισσότερες κατοικίες βρίσκονται στον 2ο όροφο.
Στον Δήμο Θεσσαλονίκης, το μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου οικιστικού αποθέματος προέρχεται από τη δεκαετία του 1970. Ωστόσο, υπάρχει διαφοροποίηση στη μέση επιφάνεια των κατοικιών, η οποία κυμαίνεται κυρίως μεταξύ 59 και 76 τ.μ. Οι τιμές ανά τ.μ. παρουσιάζουν διακυμάνσεις, με τις υψηλότερες στο Ιστορικό Κέντρο (2.580€/τ.μ.) και την Παλαιά Παραλία (2.330€/τ.μ.), ενώ πιο προσιτές επιλογές εντοπίζονται στη Χαριλάου (1.935€/τ.μ.). Ο μέσος όροφος κυμαίνεται κυρίως μεταξύ του 2ου και 3ου.
Στην Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης, οι δήμοι με το νεότερο οικιστικό απόθεμα διαθέτουν κατοικίες με μέσο έτος κατασκευής από το 1994 έως το 2001, με τα πιο πρόσφατα ακίνητα να εντοπίζονται στο Ωραιόκαστρο και τη Θέρμη. Οι τιμές ανά τ.μ. κυμαίνονται από 1.130€ έως 1.780€, ενώ η μέση επιφάνεια των κατοικιών κυμαίνεται από 84 έως 109 τ.μ., με τα μεγαλύτερα ακίνητα να βρίσκονται στο Ωραιόκαστρο. Οι περισσότερες κατοικίες βρίσκονται στον 1ο ή 2ο όροφο. Οι περιοχές αυτές προσφέρουν πιο σύγχρονα και ευρύχωρα ακίνητα σε σχέση με το κέντρο της Θεσσαλονίκης, καθιστώντας τες ελκυστικές για οικογένειες που αναζητούν μεγαλύτερους χώρους διαβίωσης και νεότερες κατασκευές.
Οι ενδεικτικοί δήμοι στην υπόλοιπη Ελλάδα διαθέτουν κατοικίες με μέσο έτος κατασκευής από το 1982 έως το 1992, με τα νεότερα ακίνητα να εντοπίζονται στην Ξάνθη (1992). Οι τιμές ανά τ.μ. κυμαίνονται από 1.080€ (Κατερίνη, Σέρρες) έως 1.830€ (Καλαμάτα), ενώ η μέση επιφάνεια των κατοικιών κυμαίνεται μεταξύ 78 και 97 τ.μ., με τα μεγαλύτερα ακίνητα να βρίσκονται στην Κατερίνη. Οι περισσότερες κατοικίες είναι στον 2ο όροφο. Οι πόλεις αυτές συγκεντρώνουν σχετικά νεότερο και πιο ευρύχωρο οικιστικό απόθεμα σε προσιτές τιμές, αποτελώντας εναλλακτικές επιλογές για όσους αναζητούν στέγαση εκτός των δύο μεγάλων αστικών κέντρων.