Οι πόλεμοι σημαίνουν όπλα. Και τα όπλα σημαίνουν – για κάποιους – πολλά κέρδη. Οι εισαγωγές όπλων στην Ευρώπη σχεδόν διπλασιάστηκαν την τετραετία (2019 – 2022) σε σύγκριση με την προηγούμενη αντίστοιχη χρονικά περίοδο (2014 – 2018).
Σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI), ένα από τα πιο αξιόπιστα παρατηρητήρια παγκοσμίως για την πολεμική βιομηχανία, οι εισαγωγές των ευρωπαϊκών κρατών αυξήθηκαν κατά 94% στην εξεταζόμενη περίοδο και η Ουκρανία, όπως ήταν αναμενόμενο, αναδεικνύεται ως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας όπλων στην Ευρώπη μετά την εισβολή της Ρωσίας το 2022.
Η αύξηση «εξηγείται εν μέρει από τον πόλεμο στην Ουκρανία, η οποία έχει γίνει ο τέταρτος μεγαλύτερος εισαγωγέας όπλων στον κόσμο», δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο η ερευνήτρια του SIPRI Καταρίνα Τζόκιτς.
Τουλάχιστον 30 κράτη παρείχαν στρατιωτικό εξοπλισμό στο Κίεβο από τον Φεβρουάριο του 2022. Ωστόσο και άλλες ευρωπαϊκές χώρες αύξησαν τις εισαγωγές τους, με το μεγαλύτερο μερίδιο των όπλων να προέρχεται από τον νούμερο ένα εξαγωγέα όπλων στον κόσμο, τις ΗΠΑ. Την περίοδο 2019-2023, το 55% των εισαγωγών στην Ευρώπη ήταν από τις ΗΠΑ. Το αντίστοιχο ποσοστό την περίοδο 2014-2018 ήταν 20 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο (35%).
Όπως εξήγησε η Καταρίνα Τζόκιτς αυτό οφείλεται εν μέρει στο ότι τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη είναι μέλη του ΝΑΤΟ και άρα εταίροι των ΗΠΑ. Η σχέση αυτή συνεπάγεται πως αγοράζουν πρωτίστως αμερικανικά οπλικά συστήματα. Όπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση του SIPRI «οι ΗΠΑ αύξησαν των παγκόσμιο ρόλο τους ως προμηθευτής όπλων – μια σημαντική πτυχή της εξωτερικής τους πολιτικής – εξάγοντας περισσότερα όπλα σε περισσότερες χώρες από ό,τι έχει καταγραφεί ποτέ στο παρελθόν».
«Με πολλά όπλα υψηλής αξίας κατά παραγγελία—συμπεριλαμβανομένων σχεδόν 800 πολεμικών αεροσκαφών και ελικοπτέρων μάχης—οι ευρωπαϊκές εισαγωγές όπλων είναι πιθανό να παραμείνουν σε υψηλό επίπεδο», δήλωσε ο Πίτερ Βέιζμαν, ανώτερος ερευνητής στο SIPRI. «Τα τελευταία δύο χρόνια είδαμε επίσης πολύ μεγαλύτερη ζήτηση για συστήματα αεράμυνας στην Ευρώπη, μια τάση που ωθήθηκε από τις πυραυλικές επιχειρήσεις της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας»
Η κυριαρχία των ΗΠΑ στη βιομηχανία όπλων «έρχεται σε μια στιγμή που η οικονομική και γεωπολιτική κυριαρχία τους αμφισβητείται από τις αναδυόμενες δυνάμεις», σημειώνει ο Μάθιου Τζορτζ, Διευθυντής του Προγράμματος Μεταφοράς Όπλων SIPRI. «Το σε ποιον εξάγεις και από ποιον εισάγεις συνδέεται στενά με τον προσανατολισμό στην εξωτερική πολιτική. Υπάρχει μεγάλη συζήτηση στην Ευρώπη για το γεγονός πως θα πρέπει να απεξαρτηθεί από τις ΗΠΑ και να αποκτήσει τη δική της βιομηχανία, αλλά αυτό είναι κάτι που σίγουρα θα χρειαστεί χρόνο», υπογραμμίζουν ερευνητές του SIPRI.
«Οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη επενδύσει και αγοράσει πολλά όπλα από τις ΗΠΑ τα οποία έχουν πολύ μεγάλη διάρκεια ζωής και οι συμβάσεις είναι μακροπρόθεσμες. Αν αγοράσει κάποιος τώρα ένα μαχητικό F-35 αυτό θα παραμείνει σε υπηρεσία για τις επόμενες δύο ή τρεις δεκαετίες», υπογραμμίζει ο Βάιζμαν, αναδεικνύοντας και μια ακόμη σημαντική πτυχή της σχέσης εξάρτησης της Ευρώπης από τις ΗΠΑ.
ΗΠΑ και Γαλλία οι μεγάλοι κερδισμένοι
Οι ΗΠΑ λοιπόν είναι ο μεγάλος κερδισμένος της πολεμικής αγοράς, καθώς αύξησαν τις πωλήσεις όπλων κατά 17% και ανέβασαν το μερίδιό τους στις παγκόσμιες εξαγωγές στο 42%. Όμως η Αμερική δεν ήταν η μοναδική μεγάλη κερδισμένη. Στη σχετική λίστα ακολουθεί η Γαλλία που είδε τις πωλήσεις όπλων της να εκτοξεύονται κατά 47%. Πλέον αντιπροσωπεύει το 11% των συνολικών εξαγωγών όπλων παγκοσμίως και βρίσκεται στη δεύτερη θέση των μεγαλύτερων εξαγωγέων, εκτοπίζοντας τη Ρωσία.
Σημειώνεται πως οι εξαγωγές όπλων της Ρωσίας την τετραετία 2019 – 2022, όπως ήταν αναμενόμενο, μειώθηκαν στο μισό, καθώς η πολεμική βιομηχανία της χώρας καλύπτει κατά προτεραιότητα τις ανάγκες του ρωσικού στρατού στο πόλεμο της Ουκρανίας και τα αποθέματα προς πώληση είναι περιορισμένα.
Η Μόσχα δεν εξήγαγε μόνο λιγότερα όπλα, αλλά και σε λιγότερες χώρες. Οι αποδέκτες ρωσικών όπλων ήταν μόλις 12 το 2023 σε σύγκριση με 31 που ήταν το 2019, δηλαδή πριν την εισβολή στην Ουκρανία. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο αντίστοιχος αριθμός για τις ΗΠΑ είναι 107.
«Υπάρχουν σημαντικές αλλαγές και στον μεγαλύτερο πελάτη της Ρωσίας, την Κίνα», υπογράμμισε η Τζόκιτς και πρόσθεσε: «Το Πεκίνο ήταν παραδοσιακά ένας από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς ρωσικών όπλων, ωστόσο έχει πραγματοποιήσει μια στροφή ενισχύοντας την εγχώρια παραγωγή της». «Η Κίνα αντιπροσωπεύει σήμερα το 21% των ρωσικών εξαγωγών, ενώ η Ινδία καταγράφεται πλέον ως ο μεγαλύτερος εισαγωγές ρωσικών όπλων με 34%».
Η πρώτη δεκάδα των μεγαλύτερων εξαγωγέων όπλων συμπληρώνεται με τις Ιταλία (+86%) και Νότια Κορέα (+12%) που κατέγραψαν αύξηση πωλήσεων, και άλλες πέντε που σημείωσαν μείωση, κυρίως επειδή έστρεψαν την βιομηχανία προς την ικανοποίηση των δικών τους αναγκών: Κίνα (-5,3%), Γερμανία (-14%), Ηνωμένο Βασίλειο (-14%), Ισπανία (-3,3%) και Ισραήλ (-25%). Ιδιαίτερα για το Ισραήλ, ο πόλεμος στη Λωρίδα της Γάζας έχει ήδη επηρεάσει το ισοζύγιο της πολεμικής βιομηχανίας του, με μείωση εξαγωγών, αλλά και την ταυτόχρονη αύξηση εισαγωγών. Η τελευταία καλύπτεται κυρίως είτε μέσω αγοράς όπλων από τις ΗΠΑ, είτε με την επιτάχυνση των ήδη υφιστάμενων συμβάσεων, σύμφωνα με τον ερευνητή του SIPRI, Ζαΐν Χουσεΐν.
Οι μεγαλύτεροι εισαγωγείς όπλων
Η Ινδία, πλέον δεν συγκαταλέγεται απλώς στους κορυφαίους εισαγωγείς όπλων παγκοσμίως, αλλά καταλαμβάνει την πρώτη θέση με βάση τα στοιχεία της τετραετίας 2019 – 2023. Στη σχετική λίστα ακολουθούν η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, η Ουκρανία, το Πακιστάν, η Ιαπωνία, η Αίγυπτος και η Αυστραλία.