H σεξουαλική συμπεριφορά των ατόμων δεν μπορεί να αποτελεί λόγο αποκλεισμού τους από την αιμοδοσία. Αυτό αποφάσισε το Συμβούλιο της Επικρατείας, που έκρινε μη νόμιμη απόφαση του Υπουργείου Υγείας, βάσει της οποίας αποκλείονταν από την αιμοδοσία άτομα λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού!
Σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο, η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση ήταν του 2022 και ρύθμιζε εκ νέου το ζήτημα των περιπτώσεων αποκλεισμού από την αιμοδοσία, ενώ μέσω αυτής καταργήθηκε η προηγούμενη υπουργική απόφαση Α3β/3663/1.4.2015, η οποία προέβλεπε – μεταξύ άλλων – ότι αποκλείεται από την αιμοδοσία «όποιος έχει έστω και μια ομοφυλοφιλική σχέση από το 1977»!
Ωστόσο, αν και η υπουργική απόφαση κινήθηκε προς θετική κατεύθυνση, το ΣτΕ έκρινε ότι, δεν υιοθετούσε πλήρως τις προτάσεις της αρμόδιας Συμβουλευτικής Επιτροπής Αιμοδοσίας, όπως αυτές αποτυπώθηκαν σε γνωμοδότησή της το 2021.
Κατά το ΣτΕ, «πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η Συμβουλευτική Επιτροπή Αιμοδοσίας, με την από 14.12.2021 γνωμοδότηση της, εισηγήθηκε την τροποποίηση του εντύπου «Ιστορικό Αιμοδότη» και την πρόβλεψη του αποκλεισμού από την αιμοδοσία, μεταξύ άλλων, των ανδρών που είχαν έστω και μία σεξουαλική επαφή με άνδρες τους τελευταίους δώδεκα μήνες και των γυναικών που είχαν έστω και μία σεξουαλική επαφή με άνδρα που είχε σεξουαλική επαφή με άνδρα τους τελευταίους δώδεκα μήνες (περιπτώσεις 1 και 2)».
Αντιθέτως, σημειώνεται ότι «με την προσβαλλόμενη απόφαση η γνωμοδότηση της Επιτροπής έγινε δεκτή πλην των ανωτέρω περιπτώσεων 1 και 2, οι οποίες δεν περιελήφθησαν στο έντυπο “Ιστορικό Αιμοδότη”».
Σύμφωνα με το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, «εφόσον, όμως, η γνωμοδότηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής Αιμοδοσίας στηρίζεται στην ανάλυση των επιδημιολογικών δεδομένων της χώρας, επιστημονικών δεδομένων, καθώς και των δεδομένων σχετικά με την οργάνωση του εθνικού συστήματος αιμοδοσίας, η νέα ρύθμιση των περιπτώσεων αποκλεισμού που εισάγεται με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, με την οποία, κατ’ απόκλιση από τη γνωμοδότηση της Επιτροπής, δεν προβλέπεται κανένας περιορισμός ως προς την καταλληλότητα για αιμοδοσία των ανδρών που έχουν σεξουαλική επαφή με άνδρα κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες (και των γυναικών που έχουν σεξουαλική επαφή με άνδρα που είχε σεξουαλική επαφή με άνδρα κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες), χωρίς να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη άλλες γνωμοδοτήσεις, επιστημονικές μελέτες ή αναφορές επιδημιολογικών δεδομένων, δεν έχει θεσπισθεί νομίμως».
Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, «ο καθορισμός λόγων οριστικού ή προσωρινού αποκλεισμού από την αιμοδοσία συνδεομένων με τη σεξουαλική συμπεριφορά, πρέπει να προκύπτει ότι στηρίζεται στην εκτίμηση επιστημονικών δεδομένων και, ιδίως, δεδομένων σχετικών με την επιδημιολογική κατάσταση στη χώρα, βάσει των οποίων να τεκμηριώνεται ότι οι καθοριζόμενες μορφές σεξουαλικής συμπεριφοράς των υποψηφίων αιμοδοτών συνεπάγονται κίνδυνο μεταδόσεως λοιμωδών νοσημάτων μέσω της μεταγγίσεως αίματος».
Ενώ επισημαίνεται ότι «κατά την εκτίμηση των ανωτέρω δεδομένων λαμβάνονται υπόψη και στοιχεία σχετικά με τα διαθέσιμα τεχνολογικά μέσα και τις εξελίξεις της επιστήμης ως προς τις μεθόδους ελέγχου και επεξεργασίας του συλλεγομένου αίματος, καθώς και στοιχεία αναγόμενα στον τρόπο οργάνωσης του συστήματος αιμοδοσίας στη χώρα».
Τέλος, επισημαίνεται πως «η πρόβλεψη λόγων αποκλεισμού από την αιμοδοσία συνδεομένων με τη σεξουαλική συμπεριφορά, εφόσον στηρίζεται σε προσήκουσα εκτίμηση των ανωτέρω δεδομένων και καθορίζεται στην έκταση που αυτό είναι αναγκαίο για την πρόληψη του κινδύνου που συνεπάγεται η μετάδοση λοιμωδών νοσημάτων για την υγεία της ευπαθούς ομάδας των μεταγγιζομένων ασθενών, δεν συνιστά διακριτική μεταχείριση λόγω γενετήσιου προσανατολισμού, αλλά μέτρο στηριζόμενο σε αντικειμενικά στοιχεία».