Ελλάδα

Προειδοποίηση ειδικών: Τι θα προκαλούσε στην Αθήνα η κακοκαιρία που έπληξε τις Κυκλάδες

Δύο ειδικοί μιλούν στο iEidiseis.gr για την πιο σφοδρή κακοκαιρία στις Κυκλάδες από το 2003 και τους τρόπους αντιμετώπισης τέτοιων φαινομένων.
ΚΩΣΤΑΣ ΤΖΟΥΜΑΣ/EUROKINISSI

Τις πληγές τους εξακολουθούν να μετράνε οι κάτοικοι σε Πάρο και Μύκονο. Όπως ανέλυσε στο iEidiseis, ο Κωνσταντίνος Λαγουβάρδος, Διευθυντής Ερευνών στο Ινστιτούτο Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, από το 2003 είχε να σημειωθεί στις Κυκλάδες τόσο μεγάλο ύψος βροχής, σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα.

Η έκταση του φαινομένου, υπογραμμίζει εκ νέου τις νέες κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν. Βάσει όμως όσων υποστήριξαν ειδικοί στο iEidiseis, κυριότερα, αποδεικνύει την ανάγκη άμεσης δράσης. Υπερτουρισμός, υπέρμετρη δόμηση, ενεργοί χείμαρροι εντός οικισμών, καλύτερος σχεδιασμός των αντιπλημμυρικών έργων και λειτουργία συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης, είναι μερικά μόνο από τα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα από την Πολιτεία. Όπως άλλωστε διεμήνυσαν, «δεν έχουμε χρόνο να χάσουμε».

«Από το 2003 τόσο μεγάλο ύψος βροχής σε τόσο χρόνο στις Κυκλάδες»

Σύμφωνα με όσα σχολίασε στο iEidiseis ο Κωνσταντίνος Λαγουβάρδος, Διευθυντής Ερευνών στο Ινστιτούτο Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, «στη συγκεκριμένη περίπτωση, είχαμε πολύ έντονη βροχόπτωση σε τμήματα νησιών, όπως το βόρειο τμήμα της Πάρου και το μεγαλύτερο μέρος της Μυκόνου, που είναι πολύ μικρότερη σε έκταση».

Είναι ενδεικτικό ότι «οι μετρήσεις μας έδειξαν ότι σε αυτά τα δύο νησιά, μέσα σε περίπου 2 ώρες, έπεσαν 70-80 χιλιοστά βροχής. Αυτό το ποσό βροχής και σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, δημιουργεί σημαντικές καταστροφές οπουδήποτε κι αν συμβεί, ειδικά εφόσον υπάρχουν προβλήματα στις υποδομές του εδάφους».

Μάλιστα, ο κ. Λαγουβάρδος επεσήμανε ότι εδώ και αρκετά χρόνια, «δεν έχουμε καταγράψει στις Κυκλάδες τόσο μεγάλο ύψος βροχής και σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα». Η πιο πρόσφατη περίπτωση σημειώθηκε «το 2003, όπου τα ύψη βροχής ήταν πολύ μεγαλύτερα, ενώ οι ζημιές ήταν πολύ πιο εκτεταμένες και αφορούσαν περισσότερα Κυκλαδονήσια». Πάντως, «σε κάθε μεγάλη κακοκαιρία, υπάρχουν σημεία στη χώρα μας που δέχονται μεγάλα ύψη βροχής σε σύντομο χρονικό διάστημα».

«Αυξάνεται η τρωτότητα εξαιτίας του υπερτουρισμού»

Αναφορικά με το ότι στην Πάρο υπάρχει ενεργός χείμαρρος που λειτουργεί ως δρόμος, ο ίδιος απάντησε ότι «όταν συμβαίνει αυτό, ακόμη κι αν αφορά περιοχές, όπου τέτοια φαινόμενα έχουν επαναληψιμότητα είκοσι ετών, σημαίνει ότι πρέπει να είσαι έτοιμος να σου ξανασυμβεί. Όσο χρησιμοποιούμε τη φυσική οδό του νερού, κάποια στιγμή θα συμβεί το κακό. Ευτυχώς, που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχαμε ανθρώπινα θύματα».

Σχετικά με το αν τέτοια φαινόμενα οφείλονται και στην υπερβάλλουσα δόμηση που παρατηρείται σε αρκετά νησιά της Ελλάδας, ο κ. Λαγουβάρδος σχολίασε ότι «σε πυκνοκατοικημένες περιοχές όπου έχει καλυφθεί ο ελεύθερος χώρος, η πλημμύρα είναι πιο εύκολη όταν βρέξει πολύ και σε μικρό χρονικό διάστημα. Στα νησιά, όπου μεγαλώνουν πάρα πολύ οι οικισμοί τους εξαιτίας του υπερτουρισμού, αυξάνεται πολύ αυτός ο κίνδυνος».

«Να ξαναδούμε τον σχεδιασμό των αντιπλημμυρικών έργων»

Αυτός άλλωστε είναι ένας από τους λόγους, που ο ίδιος κρίνει ότι «δεν είμαστε στο καλύτερο επίπεδο αντιπλημμυρικής θωράκισης. Προφανώς, δεν μπορούν να γίνουν έργα που θα αντιμετωπίσουν ακραία φαινόμενα, όπως αυτό που είδαμε στη Θεσσαλία το 2023. Σκοπός είναι να γίνουν αντιπλημμυρικά έργα που θα αντιμετωπίσουν τα περισσότερα από αυτά τα γεγονότα». Άλλωστε, «ειδικά στην Αττική, έχουμε προβλήματα και με μικρά ύψη βροχής. Αν μια αντίστοιχη βροχή, όπως αυτή που σημειώθηκε στις Κυκλάδες, σημειώνονταν στο κέντρο της Αθήνας, θα δημιουργούσε πάρα πολλά προβλήματα».

Εξίσου σημαντικό, όπως σχολίασε ο κ. Λαγουβάρδος, είναι «να ξαναδούμε τον σχεδιασμό των αντιπλημμυρικών έργων, προκειμένου να τα βελτιώσουμε. Πολλά από αυτά έγιναν με παρελθοντικές κλιματολογικές συνθήκες και μετρήσεις. Τα έντονα καιρικά φαινόμενα γίνονται πιο έντονα εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, της αύξησης της θερμοκρασίας του αέρα και της θάλασσας. Τον Φεβρουάριο του 2019, είδαμε στην Κρήτη πολύ μεγάλες καταστροφές, οι οποίες περίπου τέσσερα χρόνια αργότερα, ξεπεράστηκαν κατά πολύ στη Θεσσαλία. Είναι μια νέα κανονικότητα. Δεν είναι κάτι που θα ξανασυμβεί έπειτα από 30 χρόνια».

«Πρέπει να κινηθούμε πιο γρήγορα»

Ακόμη ένα σημαντικό δεδομένο, είναι ότι «ο Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Σταθμός και ο ΟΗΕ έχουν ζητήσει εδώ και δύο χρόνια από όλες τις χώρες να λειτουργούν συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης. Πρόκειται για συστήματα που συγκεντρώνουν τα δεδομένα από τις παρατηρησιακές πλατφόρμες και τις προγνώσεις από τα μαθηματικά μοντέλα σε μια ενιαία πλατφόρμα, ώστε να δίνουμε καλύτερες προγνώσεις, πριν αλλά και κατά τη διάρκεια εξέλιξης ενός φαινομένου. Γίνονται βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά πρέπει να κινηθούμε πιο γρήγορα, καθώς η κλιματική αλλαγή κινείται σε έναν πιο γρήγορο ρυθμό από αυτόν που αναμέναμε. Άλλωστε, αυτά τα συστήματα, δεν έχουν και μεγάλο κόστος».

«Θα μιλούσαμε για κάτι πολύ μεγαλύτερο»

Από την πλευρά της, η Κατερίνα Παπαγιαννάκη, ειδική λειτουργική επιστήμονας στην ομάδα του Meteo, σχολίασε ότι «παρατηρούμε μια αύξηση στη συχνότητα και την ένταση των βροχοπτώσεων. Γνωρίζουμε ότι η ανατολική Μεσόγειος είναι hotspot κι αυτό θα το δούμε και στο μέλλον».

Αναφορικά με τις επιπτώσεις τέτοιων φαινομένων, η κ. Παπαγιαννάκη επεσήμανε ότι «η ανθεκτικότητα της περιοχής και η ανθρώπινη παρεμβατικότητα, είναι πολύ σημαντικοί παράγοντες. Επίσης, εξαρτάται από το που και πότε θα εκδηλωθεί το φαινόμενο. Αν το συγκεκριμένο περιστατικό συνέβαινε λίγο καιρό αργότερα, θα είχαμε πολύ σοβαρότερες κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις εξαιτίας της τουριστικής κίνησης και τώρα θα μιλούσαμε για κάτι πολύ μεγαλύτερο».

Οι επιπτώσεις

Οι επιπτώσεις τέτοιων φαινομένων είναι πολύ μεγάλες, καθώς όπως εξήγησε η κ. Παπαγιαννάκη, «παρατηρούνται προβλήματα στην καθημερινότητα των πολιτών, τις μετακινήσεις, τη λειτουργία υπηρεσιών, καθώς και ζημιές σε σπίτια και επιχειρήσεις. Οι σοβαρότερες ζημιές -και μάλιστα σε αναβαθμισμένες υποδομές-, αυξάνονται χρόνο με το χρόνο».

Άλλωστε, «οι ασφαλιστικές αποζημιώσεις που δίνονται στα κράτη, δείχνουν ότι το κόστος από τέτοια φαινόμενα έχει αυξηθεί. Επομένως, συμφέρει περισσότερο να επενδύσεις στην πρόληψη και την προσαρμογή, παρά να συμβαίνει το επεισόδιο και μετά να έρχεσαι να αποκαταστήσεις».

Αυτές οι καταστροφές, «φτάνουν να αλλάξουν ακόμη και τις χρήσεις γης -τουλάχιστον για ένα διάστημα-, όπως είδαμε στον “Daniel”. Υπάρχουν μακροπρόθεσμες πολύ σοβαρές μακροοικονομικές επιπτώσεις. Από το 1980 κι έπειτα, υπάρχει αυξητική τάση των επεισοδίων που αφορούν απώλειες ζώων. Επίσης, υπάρχουν επιπτώσεις στην υγεία. Μάλιστα, σε έρευνα την οποία υλοποιήσαμε, άνθρωποι οι οποίοι βίωσαν φυσικές καταστροφές, μας δήλωσαν ότι οι ψυχολογικές επιπτώσεις που υφίστανται, είναι σημαντικότερες ακόμη και από τις οικονομικές».

«Έλλειμα κουλτούρας πρόληψης»

Η ίδια θεωρεί ότι υπάρχει «έλλειμα κουλτούρας πρόληψης. Υπάρχει μια αντίσταση της Πολιτείας σε ότι αφορά τις πολιτικές και τα μέτρα που λαμβάνονται αναφορικά με την επικινδυνότητα και τις επιπτώσεις αυτών των φαινομένων».

Για παράδειγμα, σύμφωνα με την ίδια, «πρέπει να μπουν κανόνες και ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο για τη δόμηση, που βλέπουμε ότι διαδραματίζει πού σημαντικό ρόλο. Αναφορικά με της χρήσεις γης, αυτή την περίοδο, γίνονται ειδικά πολεοδομικά σχέδια σε όλη την Ελλάδα. Θα πρέπει να συντάσσονται με έλεγχο και σεβασμό στις μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων».

Απαξίωση των περιβαλλοντικών μελετών

Πάντως, σύμφωνα με την ίδια, «υπάρχει μια απαξίωση στη διαδικασία σύνταξης των περιβαλλοντικών μελετών. Μας το λένε οι ίδιες οι δημοτικές αρχές όταν εναλλάσσονται. Γίνονται με ένα απλό τσεκ. Πρέπει να δοθούν περισσότερες αρμοδιότητες στις τοπικές αρχές, να ελέγξουν αυτές τις μελέτες και να βάλουν τους όρους τους. Σε διαφορετική περίπτωση, η υπερδόμηση θα είναι από τα μεγαλύτερα προβλήματα στο μέλλον, ειδικά σε ότι αφορά τις πλημμύρες, τους καύσωνες και τις δασικές πυρκαγιές».

«Λαμβάνουμε πολύ ριψοκίνδυνες αποφάσεις»

Ζήτημα, βάσει όσων σχολίασε η κ. Παπαγιαννάκη, υπάρχει και με τη στάση των πολιτών απέναντι στις νέες συνθήκες: «ακόμη δεν έχουμε αντιληφθεί πόσο έχει αυξηθεί η επικινδυνότητα και δεν είμαστε τόσο καλά ενημερωμένοι ως προς το τι πρέπει να κάνουμε για να αποφύγουμε το μοιραίο. Ακόμη κι αν έχουμε προειδοποιηθεί για ένα φαινόμενο εξακολουθούμε να αιφνιδιαζόμαστε και συχνά λαμβάνουμε πολύ ριψοκίνδυνες αποφάσεις».

Άλλωστε, «στην Πάρο είδαμε ανθρώπους να στέκονται πάνω στη γέφυρα που είναι πριν την έξοδο του δρόμου στη θάλασσα. Βλέπουμε κατά κόρον ανθρώπους να διασχίζουν με το αυτοκίνητό τους ένα φουσκωμένο ρέμα. Αυτές είναι επικίνδυνες συμπεριφορές. Δεν αναφέρομαι σε φαινόμενα όπως ο “Daniel”, όπου οι άνθρωποι αιφνιδιάζονται σε τέτοιο βαθμό που μπορεί να μην έχουν τον χρόνο και τη δυνατότητα να ξεφύγουν από τον κίνδυνο, αλλά σε λιγότερο σοβαρά περιστατικά, όπου και πάλι μπορεί να έχουμε απώλεια ζωής, καθώς υπάρχει έλλειψη συνειδητοποίησης του προβλήματος».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ακολουθήστε το iEidiseis.gr στο Google News
Ακολουθήστε το iEidiseis.gr στο Google News
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ ΠΙΕΡΡΑΚΑΚΗΣ Chevron Left
Ο «τυφώνας Τραμπ» φτάνει και στην Ελλάδα - Τις πιθανές απώλειες μελετά το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης